ἑπτάωρος

ἑπτά-ωρος, ον,
A lasting seven days,

σεληνιακαὶ φάσεις Theol.Ar.45

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επτάωρος — η, ο (AM ἑπτάωρος, ον) αυτός που διαρκεί επτά ώρες νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το επτάωρο χρονικό διάστημα επτά ωρών …   Dictionary of Greek

  • ἑπτάωροι — ἑπτάωρος lasting seven days masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.